|
|
ΑΡΧΙΜΗΝΙΑ ΚΙ ΑΡΧΙΧΡΟΝΙΑ
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
κι αρχή, καλός μας χρόνος,
κι αρχή που βγήκε ο Χριστός
στη γη να περπατήσει.
Άγιος Βασίλης έρχεται
από την Καισαρεία,
βαστάει εικόνα και χαρτί
χαρτί και καλαμάρι.
|
|
Περισσότερα...
|
|
|
Γίνεται λόγος για έναν έξοχο ταλαντούχο τραγουδιστή και χορευτή τον Πύλιο Μπερούκα από τη Δίβρη. Κατάγεται από γονείς χορευτές τραγουδιστές και κληρονόμησε τα χαρίσματά τους. Πολύ μικρός, 4 χρόνων, έχασε τον πατέρα του. Στα χρόνια του χαλασμού τον σκότωσαν οι Τούρκοι στη Στουγάρα της Λεσινίτσας .Ο πατέρας του ήταν γνήσιος Αλυκάτης παλικάρι, του ντουφεκιού, ξακουσμένος χορευτής και τραγουδιστής.
Η χήρα μάνα του, η Τσιαμάτω, το 1914 παντρεύτηκε στη Δίβρη με το Λιώλη Μπερούκα. Απόχτησαν και δυο αγόρια, το Νικόλα και τον Θανάση. Ο Νικόλας μετανάστευσε πολύ μικρός στη Ελλάδα .Οι Διβριώτες πολύ γρήγορα συμπάθησαν και αγάπησαν την Τσιαμάτω. Ήταν γλυκομίλητη, γελαστή, κωμική, πρώτη στο χορό, πρώτη στο τραγούδι με τη γλυκιά τραγανή, μελωδική, καγγελιστή σαν του αηδονιού, φωνή της. Ψηλή, σωματώδης, μπρατσωμένη με κυπαρισσένιο κορμί και με τον ελκυστικό της χαρακτήρα ακτινοβολούσε μόνον αγάπη και σεβασμό. Αυτά τα χαρίσματα τα κληρονόμησε και ο γιος της Πύλιος. Η οικογένεια Μπερούκα τήρησε στην περίοδο του πολέμου αντικομουνιστική δράση. Το 1944 έκαψαν το σπίτι του μπάρμπα Πύλιου. Το 1945, το Μάη, ο Θανάσης δραπετεύει στην Ελλάδα, γιατί μυρίστηκε σύλληψη. |
|
Περισσότερα...
|
|
Ω, σεβαστέ μας δάσκαλε! Ω, καλέ οικογενειάρχη! Ποτέ σου δεν σε κούρασαν, τα " πηγάδια" και οι βράχοι. Το δυο χιλιάδες δέκα, της άνοιξης την πρώτη μέρα. Μας έφυγες στα ουράνια, στον δροσερό τους τον αέρα. Σε είχαν πρώτο δάσκαλο, παιδιά εκατοντάδες. Σε είχαν στο νυχτερινό, πατεράδες και μανάδες. Μπίστρισσα και Κονίσπολη, πρωί κάθε Δευτέρα, έφτανες από τη Δίβρη, δε σε πονούσε φτέρα. |
|
Περισσότερα...
|
|
Χίλια εννιακόσια εξήντα, τρεις Ιούλη το πρωί, σαν κατάσκοπο με πιάνουν του Ενβέρη, οι πιστοί.   Χειροπόδαρα δεμένον μες στα Τίρανα με στέλνουν, στα κάτεργα με κλείσαν, βαριά με καταγγέλλουν. Τρελά βασανιστήρια σοφίζονται οι δόλιοι, μέρα και νύχτα πάνω μου, κακούργοι και διαβόλοι. |
|
Περισσότερα...
|
|

Για την Καμάρα έγραψαν ποιήματα και άλλοι, εκφράζοντας αισθήματα για τα δικά της κάλλη.
Πίνουν οι ρίζες του νερό σβήνοντας τη λαύρα και μένει αιωνόβιος ο πλάτανος στη Μάντρα.
Ήπιαν και πίνουνε νερό όλοι οι Διβριώτες, διαβάτες, πλούσιοι και φτωχοί, εχθροί και πατριώτες.
Όλοι μας γευόμαστε το δροσερό νεράκι, ροφώντας τον βαρύ καφέ με άφθονο καϊμάκι. |
|
Περισσότερα...
|
|
|
|
|
<< Έναρξη < Προηγούμενο 1 2 Επόμενο > Τέλος >>
|
|
JPAGE_CURRENT_OF_TOTAL |